Friday, December 13, 2013

Γιατί η κυβέρνηση παρουσιάζει μικρότερο το πλεόνασμα;

Γιατί η κυβέρνηση παρουσιάζει μικρότερο το πλεόνασμα;

Share
Ποια είναι η αλήθεια για «δημοσιονομικό κενό»;
όσα αναφέρονται στο άρθρο του φίλου Γ. Μάτσου που ακολουθεί προκύπτει ένα σοβαρότατο ζήτημα: Κυβέρνηση και Τρόικα εμφανίζουν την οικονομική κατάσταση πολύ χειρότερη από όσο πραγματικά είναι. Η ίδια η κυβέρνηση άλλωστε έχει δηλώσει ότι η εκτίμησή της για το πλεόνασμα του 2013 είναι “συντηρητική”. Όμως η διαφορά (περίπου 5 δις ευρώ!) είναι τέτοια που το πράγμα ξεφεύγει από απλή “συντηρητική” εκτίμηση και πάει σε σκόπιμη διαστρέβλωση. Για ποιό λόγο γίνεται αυτό; Διαβάστε το άρθρο:
Πολύς λόγος γίνεται από την τρόικα για το αποκαλούμενο «δημοσιονομικό κενό» του 2014 και άλλος τόσος λόγος για το «χρηματοδοτικό κενό» των ετών 2014-2016. Οι όροι αυτοί, όσο ακαταλαβίστικοί και εάν φαίνονται, επιβάλλεται να εξηγηθούν, διότι επηρεάζουν την καθημερινότητά μας, καθώς από τα «κενά» αυτά εξαρτάται το αν θα λαμβάνονται νέα μέτρα, που θα πλήττουν οικονομικά τον καθένα.
 Έννοια «δημοσιονομικού» και «χρηματοδοτικού κενού»
            «Δημοσιονομικό κενό» αποκαλείται η διαφορά που βλέπει η τρόικα να υπάρχει μεταξύ των υφιστάμενων εκτιμήσεων για την πορεία των δημοσίων οικονομικών του 2014 αφενός, και των μνημονιακών στόχων για το έλλειμμα και το πρωτογενές πλεόνασμα αφετέρου. Η τρόικα, δηλαδή, αναφερόμενη σε «δημοσιονομικό κενό», προβλέπει ότι τα οικονομικά του κράτους θα είναι χειρότερα από τους στόχους και, συνεπώς, πρέπει να ληφθούν (εκ των προτέρων) νέα μέτρα, για να διασφαλιστεί ότι θα επιτευχθούν οι μνημονιακοί στόχοι.
            «Χρηματοδοτικό κενό», αντιθέτως, είναι η πρόβλεψη στις μνημονιακές δανειακές συμβάσεις ποσών δανείων χαμηλότερων, από όσα αναμένεται να χρειαστεί η Ελλάδα, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι καλύπτει πλήρως η ίδια τους μνημονιακούς στόχους για έλλειμμα και πρωτογενές πλεόνασμα.
            Είναι προφανές ότι το «δημοσιονομικό» κενό είναι πολύ σημαντικότερη υπόθεση από το «χρηματοδοτικό». Το μεν πρώτο συνεπάγεται μνημονιακή υποχρέωση της Ελλάδας να λάβει νέα μέτρα. Το δεύτερο, απλώς να εξευρεθούν νέα δάνεια, είτε από τους δανειστές των Μνημονίων (Ευρωζώνη και ΔΝΤ), είτε με έξοδο της Ελλάδας στις αγορές. Επίσης, το «δημοσιονομικό κενό» σημαίνει ότι τα πράγματα στην οικονομία μας πηγαίνουν ή θα πηγαίνουν χειρότερα από ό,τι προβλέπεται.
 Η δυσχερής διάγνωση της ορθότητας των υπολογισμών
            Ποια είναι όμως η αλήθεια; Πόσο καλά ή πόσο άσχημα πηγαίνουν τα πράγματα; Είναι αληθινό το πρωτογενές πλεόνασμα; Οφείλεται άραγε στο ότι το κράτος, κατά την αντίληψη πολλών συμπολιτών μας (ίσως της μεγάλης πλειονότητας), έχει κηρύξει άτυπη στάση πληρωμών προς τον ιδιωτικό τομέα; Στις συζητήσεις των Ελλήνων, ιδιωτικά ή στο διαδίκτυο, η άποψη αυτή θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι έως και κυρίαρχη.
            Εντούτοις, η άποψη αυτή δεν επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα. Η εμπειρική παρατήρηση των εχόντων λαμβάνειν από το Δημόσιο (εξαγωγείς, γιατρούς, φαρμακοποιούς, εργολάβους), συνηγορεί στο ότι ο καθένας από αυτούς έχει λάβει μέσα στο 2013 μεγάλα ποσά από παλαιότερες οφειλές του Δημοσίου. Και ότι οι πληρωμές των νεώτερων οφειλών του Δημοσίου, αν και δεν γίνονται ίσως όσο έγκαιρα θα έπρεπε, πάντως γίνονται πολύ ταχύτερα από όσο τα προηγούμενα χρόνια.
            Εδώ πρέπει να υπογραμμιστεί η οποιαδήποτε εξωτερική επαλήθευση των στοιχείων που δίδει η κυβέρνηση, η ΕΛΣΤΑΤ, η Eurostat ή η τρόικα δυσχερή: Η μεθοδολογία υπολογισμού των μεγεθών των δημοσίων οικονομικών είναι εν πολλοίς αδιαφανής. Υφίσταται μεν ο βασικός Κανονισμός (ΕΚ) 2223/96, γνωστότερος ως ESA 95, εντούτοις πολλά θέματα λεπτομερειακού κυρίως χαρακτήρα δεν επιλύονται από αυτόν, αλλά κατά περίπτωση μάλλον από την ίδια την Eurostat, με αποφάσεις της που όμως δεν είναι ευχερώς προσβάσιμες στο ευρύ κοινό, ούτε φαίνεται να διέπονται από την δημοσιότητα που συνήθως διέπονται τα νομοθετικά κείμενα. Η αδιαφάνεια αυτή, πέραν των ζητημάτων δημοκρατίας και κράτους δικαίου, που θέτει, καθιστά την πράξη αρκετά δυσχερές έως και αδύνατον, να επαληθευθεί από τον εξωτερικό παρατηρητή η ορθότητα των όποιων ανακοινώσεων και υπολογισμών.
            Πάντως, σύμφωνα με την παράγραφο 1.57 του Κανονισμού 2223/96 ισχύει για τις δαπάνες η λεγόμενη αρχή του «δεδουλευμένου», ενώ κατά την ίδια διάταξη για τα φορολογικά έσοδα ισχύει η αντίθετη αρχή της πραγματικής είσπραξης. Με άλλα λόγια, κάθε δαπάνη πρέπει να εγγράφεται ως τέτοια στον χρόνο που έπρεπε να πληρωθεί, ασχέτως του εάν πραγματικά πληρώθηκε, ενώ τα φορολογικά έσοδα μόνον όταν πραγματικά εισπράττονται, ασχέτως του πότε έπρεπε να εισπραχθούν. Ως εκ τούτου, δεν είναι καν δυνατόν για την κυβέρνηση να ωραιοποιήσει τα μεγέθη του προϋπολογισμού καθυστερώντας τις καταβολές προς τον ιδιωτικό τομέα, διότι πολύ απλά μια τέτοια καθυστέρηση δεν θα αποτρέψει την εμφάνιση της δαπάνης. Η κυβέρνηση μπορεί να εξοικονομήσει προσωρινά χρήματα, εάν δεν πληρώσει, αλλά δεν μπορεί να κάνει «δημιουργική λογιστική». Είναι ακριβώς για τον λόγο αυτόν, που θεωρείται προτιμότερη η αρχή του «δεδουλευμένου» στις δαπάνες και η αρχή της πραγματικής είσπραξης στα έσοδα.
            Με την ίδια συλλογιστική, η μεταγενέστερη εξόφληση των οφειλών παλαιοτέρων χρήσεων δεν (πρέπει να) επηρεάζει τα μεγέθη της χρήσης, στην οποία αυτή ενεργείται.
 Η προκύπτουσα εικόνα από τα διαθέσιμα στοιχεία
            Ήδη αναφέρθηκε και παραπάνω ότι η κυβέρνηση έχει προβεί φέτος σε μαζικές εξοφλήσεις οφειλών παλαιοτέρων ετών. Από όσα ήδη αναλύθηκαν, προκύπτει ότι οι πληρωμές αυτές δεν επιτρέπεται να επιβαρύνουν τα μεγέθη του έτους 2013, οπότε πραγματοποιήθηκαν, αλλά έχουν ήδη επιβαρύνει τις παλαιότερες χρήσεις, με βάση την αρχή του «δεδουλευμένου» των δαπανών.
            Στην εικόνα που προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2013, πράγματι, η κυβέρνηση ορθώς δεν περιλαμβάνει τις πληρωμές αυτές παλαιοτέρων ετών στο πρωτογενές πλεόνασμα που ανακοινώνει. Στα επίσημα στοιχεία τουΟκτωβρίου 2013 υπό τίτλο «Πληροφοριακά στοιχεία» υπό «α» και «β» μπορεί κανείς να δει ότι η κυβέρνηση πλήρωσε 637 εκ. ευρώ για επιστροφές φόρων παλαιοτέρων ετών και 4,650 δις για υποχρεώσεις παλαιοτέρων ετών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Εάν λαμβανόταν υπόψη και τα ποσά αυτά, τότε το πρωτογενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν πλεόνασμα, αλλά έλλειμμα 2,697 δις ευρώ, όπως φαίνεται από τον ίδιο πίνακα. Αυτό όμως θα ήταν αντίθετο με την διάταξη της παραγράφου 1.57 του ESA 95, όπως προαναφέρθηκε.
            Εντούτοις, κρίσιμα είναι τα μεγέθη όχι του κρατικού προϋπολογισμού, αλλά της λεγόμενης «Γενικής Κυβέρνησης», ήτοι, του όλου δημόσιου τομέα, που περιλαμβάνει, εκτός από τον κρατικό προϋπολογισμό, τους ΟΤΑ, τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, τα Νοσοκομεία και άλλα κρατικά Νομικά Πρόσωπα. Και στα στοιχεία του Οκτωβρίου 2013 για την Γενική Κυβέρνηση, το πρωτογενές πλεόνασμα είναι όχι 2,59 δις, όπως στον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά μόνον 1,381 δις.
            Τι συμβαίνει και είναι μικρότερο το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης; Μήπως υπάρχει έλλειμμα στους λοιπούς φορείς του δημόσιου τομέα, που μειώνουν το πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού; Όχι, αντιθέτως. Σύμφωνα με τον ίδιο πίνακα, τα νομικά πρόσωπα έχουν πλεόνασμα 1,877 δις, οι ΟΤΑ 0,578 δις και οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης και τα Νοσοκομεία 1,910 δις. Σύνολο, 4,365 δις, που κανονικά θα έπρεπε να προστίθενται στα 2,59 δις του κρατικού προϋπολογισμού και να δίδουν συνολικά ένα πρωτογενές πλεόνασμα-γίγας ύψους σχεδόν 7 δις (6,955 δις), από το οποίο, ακόμη και εάν αφαιρεθούν οι μεταβιβάσεις των κεντρικών τραπεζών, απομένει και πάλι ένα ποσό περί τα 5,5 δις, πολύ μεγαλύτερο σε κάθε περίπτωση από τα επισήμως ανακοινωμένα μεγέθη.
            Μελετώντας τα στοιχεία της Γενικής Κυβέρνησης, καθίσταται φανερό ότι η κυβέρνηση ξεκινά τον υπολογισμό, για να φθάσει στον αριθμό 1,381 δις, όχι από το ανακοινωμένο πλεόνασμα 2,59 δις του κρατικού προϋπολογισμού, αλλά από έλλειμμα 2.958 δις, ως μέγεθος αφετηρίας, που σύμφωνα με την υποσημείωση 1 προκύπτει κυρίως μετά την ενσωμάτωση των εξοφλήσεων οφειλών παλαιοτέρων ετών.
            Διερωτάται εδώ κανείς: Μήπως είναι ορθό να περιλαμβάνονται οι εξοφλήσεις αυτές ως δαπάνη στην Γενική Κυβέρνηση, αφού κυρίως προς τα εκεί κατευθύνονται; Η ορθή απάντηση στην δεδομένη στιγμή, όπου έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί οι εξοφλήσεις, είναι όχι: Η επιχορήγηση του κρατικού προϋπολογισμού εγγράφεται έξοδο στον κ.π., ως έσοδο στους φορείς γ.κ. και εν συνεχεία πάλι ως έξοδο στους φορείς γ.κ., όταν καταβάλλονται τα ποσά στους δικαιούχους. Άρα, καταγράφεται μία φορά ως έξοδο, μία ως έσοδο και μία πάλι ως έξοδο. Απομένει λοιπόν η καταγραφή ως έξοδο, την ίδια στιγμή που αυτό είναι αντίθετο με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, όπως προαναφέρθηκε.
            Η μεθοδολογία αυτή ήταν τους πρώτους μήνες του 2013 δικαιολογημένη, διότι η κυβέρνηση επιχορηγούσε τους φορείς (έξοδο), αυτοί ελάμβαναν το ποσό (έσοδο), αλλά μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία εξόφλησης δεν εγγραφόταν τα ποσά ξανά ως έξοδο. Τώρα όμως που έχει σχεδόν ολοκληρωθεί η διαδικασία εξόφλησης, φαίνεται ότι πια αποτελεί δημιουργική λογιστική να εμφανίζεται αυτή η δαπάνη στα μεγέθη της Γενικής Κυβέρνησης. Δημιουργική, όχι για να ωραιοποιήσει μια άσχημη κατάσταση, αλλά για να χειροτερεύσει κατά πολύ μια εμφανώς καλύτερη κατάσταση.
 Συμπεράσματα
            Ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί, από την παραπάνω σύντομη παρουσίαση, ότι ακόμη και να μην ευσταθούν πλήρως οι παραπάνω θέσεις, πάντως στο επόμενο έτος 2014 δεν θα υφίσταται πια το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος του κονδυλίου εξόφλησης οφειλών παλαιοτέρων ετών. Συνεπώς, η αφετηρία υπολογισμού των μεγεθών της Γενικής Κυβέρνησης θα είναι το όλο αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού και δεν θα νοθεύεται πλέον η εικόνα (έστω και εκ του μη όντος) από τις εξοφλήσεις οφειλών παλαιοτέρων ετών.
            Αυτό ίσως και να εξηγεί την κυβερνητική βεβαιότητα για την υπερεπίτευξη των στόχων και του 2014.
            Το ουσιωδέστερο ζήτημα, όμως, που τίθεται, είναι άλλο: Εάν ευσταθούν οι παραπάνω αναλύσεις – και κάθε αντίλογος είναι όχι απλώς ευπρόσδεκτος από τον υποφαινόμενο, αλλά και αναγκαίος, λόγω της προαναφερθείσας μειωμένης διαφάνειας ως προς την μεθοδολογία του υπολογισμού – τότε οι εκτιμήσεις και οι μομφές της τρόικας περί του διαβόητου «δημοσιονομικού κενού» όχι απλώς δεν έχουν βάση, αλλά ισχύουν τα ακριβώς αντίθετα από όσα η τρόικα ισχυρίζεται.
            Διότι η κατάσταση, σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση δεν είναι χειρότερη από αυτή που ισχυρίζεται η κυβέρνηση, αλλά αντιθέτως πολύ καλύτερη από όσο και η ίδια η κυβέρνηση ισχυρίζεται.
            Τα όσα αναλύονται παραπάνω, εφόσον ευσταθούν, είναι τόσο προφανή για όποιον έχει στοιχειώδη εμπειρία με την ανάλυση των δημοσίων οικονομικών – ή, έστω, στοιχειώδη εμπειρία ακόμη και ως ιδιώτης λογιστής – που αποκλείεται να μην μπορεί να τα διαπιστώσει η κυβέρνηση, η τρόικα, η Ε.Ε., ακόμη και η αντιπολίτευση, που έχει κάθε λόγο να μελετά σε στοιχειώδες βάθος τις κυβερνητικές ανακοινώσεις.
            Τα ερωτήματα, για ποιο λόγο θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι τέτοιο, τι κίνητρο – ή τι δεσμεύσεις – έχει η κυβέρνηση, ώστε να εμφανίζει την κατάσταση όχι καλύτερη (όπως θα ανέμενε κανείς), αλλά μάλλον πολύ χειρότερη από όσο είναι, για ποιο λόγο η τρόικα επιμένει στο δήθεν «δημοσιονομικό κενό», για ποιο λόγο η αντιπολίτευση χάνει την ευκαιρία να ασκήσει χρήσιμη για την χώρα αντιπολίτευση, αποτελούν πολιτικά ερωτήματα και εκφεύγουν του παρόντος επιστημονικού, κατά βάση, σημειώματος. Επειδή όμως το τιθέμενο ζήτημα είναι σε κάθε περίπτωση σοβαρό, η ειλικρινής ευχή του υποφαινομένου παραμένει να διαπράττει ο ίδιος κάποιο μεθοδολογικό σφάλμα μη διαγνώσιμο για τον ίδιο.
            Η ευχή, συνεπώς, είναι όντως να υπάρξει εποικοδομητικός αντίλογος.
 Γεώργιος Ι. Μάτσος
Δ.Ν., Δικηγόρος

This entry was posted in Επισημαίνουμε. Bookmark the permalink. ANTINEWS

No comments: